Ο ορισμός της αυτορρύθμισης
Η αυτορρύθμιση είναι μια
έννοια που χρησιμοποιείται ευρέως σε διάφορους κλάδους της ψυχολογίας, όπως τη
γνωστική, την εκπαιδευτική καθώς και στην κλινική ψυχολογία, χωρίς ωστόσο, να
υπάρχει ένας κοινός και ενιαίος ορισμός
που να χρησιμοποιείται από όλους τους κλάδους. Συχνά, θα συναντήσουμε την
ταύτιση του όρου ‘αυτορρύθμιση’ με τους όρους ‘βούληση’ και ‘αυτοέλεγχος’. Ένας πολύ γενικός ορισμός που θα μπορούσε να
δοθεί είναι ο ακόλουθος:
Αυτορρύθμιση είναι η
ικανότητα του ατόμου να παρακολουθεί και να τροποποιεί/ελέγχει τη συμπεριφορά,
το γιγνώσκειν και το θυμικό του, καθώς και το περιβάλλον, αν χρειάζεται,
προκειμένου να πετύχει ένα στόχο (Egklideis, Niemivirta, and Yamauchi, 2002).
Επομένως στην αυτορρύθμιση,
, η έμφαση είναι στον έλεγχο ως μηχανισμό βελτίωσης του ταιριάσματος του ατόμου
με το περιβάλλον κατά την εκδήλωση δράσης για την επίτευξη των στόχων του. Ο
έλεγχος αυτός προϋποθέτει γνωστικό
έλεγχο από το άτομο του αντικειμένου με το οποίο καταπιάνεται, καθώς και
μεταγνωστικό έλεγχο, κυρίως μέσω της χρήσης γνωστικών στρατηγικών και ελέγχου
των κινήτρων και του θυμικού. (Kuhl, 1985, Κωσταρίδου – Ευκλείδη, 1995)
Η αυτορρύθμιση αποτελεί ίσως τον κρισιμότερο παράγοντα για μια αποτελεσματική μελέτη στα πλαίσια των εξετάσεων (πχ στο πλαίσιο των Πανελλαδικών), καθότι ο υποψήφιος ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο θα προσπελάσει γνωστικά την ύλη. Η ανάπτυξη μεταγνωστικών δεξιοτήτων, δηλαδή δεξιοτήτων μάθησης για την ύπαρξη και την εφαρμογή των οποίων έχουμε επίγνωση , έχει ώς βασικό προαπαιτούμενο την αυτορρυθμιστική ικανότητα του ατόμου.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου